You must enable JavaScript to view this site.
This site uses cookies. By continuing to browse the site you are agreeing to our use of cookies. Review our legal notice and privacy policy for more details.
Close
Homepage > Regions / Countries > Europe > Turkey-Cyprus > Cyprus > Cyprus: Reunification or Partition?

Κύπρος: Επανένωση ή Διχοτόμηση;

Europe Report N°201 30 Sep 2009

ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Η τριακονταετής προσπάθεια για την επανένωση της Κύπρου μοιάζει να οδεύει προς τη λήξη της, θέτοντας ζήτημα μιας ξεκάθαρης επιλογής μεταξύ της de facto διχοτόμισης του νησιού, η οποία θα είναι προϊόν εχθρότητας, και της δημιουργίας μιας ομοσπονδίας μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, οι οποίες θα συνυπάρχουν ως δύο συστατικά κράτη-μέλη. Οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι το ‘παράθυρο’ της δεδομένης συγκυρίας για την επίτευξη μιας διευθέτησης δικοινοτικού, διζωνικού χαρακτήρα, θα κλείσει τον Απρίλιο του 2010, κατά τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, όπου ο τωρινός Τουρκοκύπριος ηγέτης, ο οποίος τάσσεται ανοιχτά υπέρ της διευθέτησης, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να απολέσει τη λαϊκή εντολή προς όφελος κάποιου περισσότερο αδιάλλακτου υποψήφιου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση έως τότε, αυτή θα είναι η τέταρτη φορά που καθίστανται ανεπιτυχείς οι ειρηνευτικές συνομιλίες, που διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών. Επικρατεί μια γενικότερη αίσθηση, πως εφόσον οι δεδομένες ηγεσίες των δύο κοινοτήτων, οι οποίες παρουσιάζουν συγκλίσεις στον τρόπο σκέψης, καθώς και διάθεση συμβιβασμού, αδυνατούν να έλθουν σε συμφωνία για μια ομοσπονδιακή επανένωση, φαντάζει δύσκολο να βρεθεί απάντηση ως προς το ποιος μπορεί. Προς αποφυγή των δυσάρεστων συνεπειών που μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων θα πρέπει να εργαστούν στενά ώστε να ξεπεράσουν τον κυνισμό εντός των κοινοτήτων τους και να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες, η Τουρκία και η Ελλάδα θα πρέπει να καταρρίψουν τα στεγανά που αποτρέπουν την επικοινωνία και με τις δύο κοινότητες στο νησί, και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να υποστηρίξουν δυναμικά την ειρηνευτική διαδικασία, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αστάθειας που πιθανόν να εκδηλωθεί στο μέλλον ως αποτέλεσμα εφησυχασμού και αποδοχής της συνέχισης της αντιπαράθεσης.

Ακόμα υφίσταται μία πραγματική ευκαιρία κατά το 2009-2010 να τεθεί τέλος στη διχοτόμηση της Κύπρου, σε συμφωνία με τις επί μακρόν καθορισμένες διαπραγματευτικές παραμέτρους μιας ομοσπονδιακής επανένωσης. Οι υπάρχουσες ηγεσίες των δυο κοινοτήτων συγκλίνουν ως προς τις θέσεις τους περισσότερο από όσο όλοι οι προκάτοχοί τους και κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους έχουν διανύσει κάποια απόσταση προς την κατεύθυνση μιας ολοκληρωμένης διευθέτησης. Όμως, μια αποτυχία θα σημάνει την οριστική διχοτόμηση του νησιού, περιπλέκοντας περαιτέρω τις ευρωτουρκικές σχέσεις και προκαλώντας νέες προστριβές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, περιορισμό της συνεργασίας ΕΕ–ΝΑΤΟ, επιτάχυνση των φυγόκεντρων τάσεων, που είναι διάχυτες στην τουρκοκυπριακή πλευρά, και νέες ανησυχίες για την ευημερία και την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων.

Η de facto διχοτόμηση του νησιού θεωρείται από πολλούς Κυπρίους ως μια ήπιας μορφής συνέχιση του status quo. Όμως, νέες δυναμικές που έχουν ήδη προκύψει μετά την είσοδο των Ελληνοκυπρίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την ονομασία ‘Κυπριακή Δημοκρατία’, διαψεύδουν την παραπάνω εκτίμηση. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν καταστεί το πιο προφανές τεχνικό πρόσκομμα στη διαδικασία εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχουν ασκήσει ενθέρμως όλα τα διαθέσιμα μέσα επιρροής προς επίτευξη των εθνικών τους συμφερόντων και προς εκπλήρωση της ανάγκης για δικαιοσύνη, όπως αυτοί τα αντιλαμβάνονται. Ο εκνευρισμός της Άγκυρας συμβάλλει στην εκδήλωση προστριβών σχετικά με τα δικαιώματα ανίχνευσης πετρελαίου σε παράκτιες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων χωρικών υδάτων διαφιλονικούμενων και από την Ελλάδα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε κανονιοφόροι των αντιτιθέμενων μερών να βρεθούν σε ασυνήθιστη εγγύτητα. Η σημερινή, πιο δυνατή και ευημερούσα Τουρκία φαντάζει πιο έτοιμη σε σχέση με το παρελθόν να κωφεύσει στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διακινδυνεύσει μια μη αναστρέψιμη φθορά στη σχέση της με την τελευταία, προς χάριν του εθνικού της συμφέροντος και της δικαιοσύνης, όπως τα αντιλαμβάνεται η ίδια. Αυτή η διάσταση θα εξεταστεί εκ νέου στις συνομιλίες που θα οδηγήσουν στη Σύνοδο της ΕΕ τον Δεκέμβριο, κατά την οποία οι ηγέτες των κρατών-μελών και κυβερνήσεων (Συμβούλιο της Ευρώπης) θα πρέπει να αποφασίσουν τι θα πράξουν σχετικά με την αποτυχία της Τουρκίας να εφαρμόσει την υπογεγραμμένη υποχρέωσή της να ‘ανοίξει’ τους αερολιμένες και θαλάσσιους λιμένες της σε ελληνοκυπριακή χρήση.

Η απουσία μιας διευθέτησης θα επιφέρει και στις δύο κοινότητες, αλλά και στην Τουρκία επιβράδυνση της οικονομικής τους ανάπτυξης, αύξηση των εξοπλιστικών τους δαπανών και μείωση της διεθνούς τους αξιοπιστίας. Το παράδοξο είναι ότι σπανίως κατά το παρελθόν οι ηγεσίες των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας έχουν υπάρξει τόσο έτοιμες προς συμβιβασμό. Παρ’ όλα αυτά, μείζονα πηγή παρανοήσεων αποτελεί η αδυναμία των αξιωματούχων της Άγκυρας και της ελληνο-κυπριακής πλευράς να συμφωνήσουν ως προς ένα πλαίσιο απ’ ευθείας συνομιλιών. Κατά συνέπεια, φαντάζουν ανήμποροι να πιστέψουν, να εμπιστευθούν ή να κατονοήσουν την εκατέρωθεν γνήσια φιλοδοξία για διευθέτηση του ζητήματος. Αν και θα είναι δύσκολο κατά τους λίγους μήνες που απομένουν να αντιπαρέλθουν τέσσερις δεκαετίες εχθρότητας, συκοφάντισης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και απουσίας οιασδήποτε πραγματικής κοινής γνώσης, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να εργαστούν για τη γεφύρωση του χάσματος. Αν προκύψει μία δυνατή κυβέρνηση από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου στην Ελλάδα, θα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά πλεονεκτική θέση ώστε να φέρει εγγύτερα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, κάτι που καλείται επιτακτικά να πράξει.

Υπάρχουν ακόμα ακτίδες ελπίδας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η πλειοψηφία των Κυπρίων επιθυμεί την επιτυχία των συνομιλιών, αν και παρουσιάζονται επιφυλακτικοί ως προς τις εξελίξεις. Οι διαπραγ-ματεύσεις κατά το τρέχον έτος έχουν εξελιχθεί σχετικά θετικά. Μετά την επικράτησή του, στις ελληνοκυπριακές προεδρικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2008, ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας, που τίθεται υπέρ ενός συμβιβασμού, μαζί με τον Τουρκοκύπριο ομόλογό του, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, με τον οποίο συγκλίνουν ως προς τον τρόπο σκέψης, έχουν εργαστεί γύρω από σειρά ζητημάτων σε περισσότερες από 40 συναντήσεις. Ένας δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων ξεκίνησε θετικά στις 10 Σεπτεμβρίου 2009. Παρ’όλα αυτά, οι κύριοι Χριστόφιας και Ταλάτ θα πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο ώστε το θετικό κλίμα που επικρατεί στις συναντήσεις τους να αντικατοπτρίζεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Θα πρέπει, επίσης, να οικοδομήσουν μία κοινή στρατηγική για την έγκριση ενός σχεδίου διευθέτησης σε δημοψήφισμα που θα λάβει χώρα στις αρχές του 2010.

Οι δύο πλευρές κατά τη διάρκεια των συνομιλιών θα πρέπει να καταδείξουν προθυμία να διαπραγ-ματευθούν θέματα, τα οποία καθ’ εαυτά φαντάζουν δυσεπίλυτα. Σε αυτά περιλαμβάνονται το ζήτημα των αποζημιώσεων πολλών εκατομμυρίων ευρώ για τις ελληνοκυπριακές περιουσίες που ενδέχεται να αφορούν στα τρία τέταρτα της επικράτειας του τουρκοκυπριακού βορρά, το μέλλον των Τούρκων εποίκων, οι οποίοι σύντομα πιθανόν να αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων στην τουρκοκυπριακή πλευρά, την επιθυμία των Τουρκοκυπρίων, με την υποστήριξη της Τουρκίας, για συνέχιση της παροχής στρατιωτικών εγγυήσεων εκ μέρους της Τουρκίας, και το ερώτημα σχετικά με το τι μέρος από το 37% του νησιού, το οποίο τώρα βρίσκεται υπό τουρκικό έλεγχο, θα περάσει στα χέρια των Ελληνοκυπρίων.

Τα μισά ‘κλειδιά’ για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος βρίσκονται ευλόγως στα χέρια εξωτερικών παραγόντων. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να εργαστούν περισσότερο ώστε να καταστήσουν την εξεύρεση μιας λύσης δυνατή, διαβεβαιώνοντας εμπράκτως την Τουρκία πως η ευρωπαϊκή προοπτική της παραμένει σταθερά ανοικτή, ενθαρρύνοντας τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ, και επισημαίνοντας τα αναμφίβολα πλεονεκτήματα μιας διευθέτησης. Θα πρέπει να εργαστούν περαιτέρω ώστε να εμφυσήσουν στους Κυπρίους, όπως επίσης και σε άλλους παράγοντες στην περιοχή, την πεποίθηση ότι ο εφησυχασμός και ο κυνισμός θα πρέπει να εγκαταλειφθούν και ότι τώρα θα πρέπει να αρχίσει η μεθοδική εργασία για την προετοιμασία της κοινής γνώμης και των λειτουργικών συμβιβασμών. Κανείς από τους κυρίους Χριστόφια και Ταλάτ δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο κίνδυνος έγκειται στην εξάντληση των χρονικών περιθωρίων.  

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Προς την ελληνοκυπριακή και
τουρκο-κυπριακή πλευρά:

1.  Να αναλάβουν δημοσίως και ολόθυμα κοινή δέσμευση προς μια ολοκληρωμένη διευθέτηση και προς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στις αρχές του 2010 που θα έχει στόχο την επανένωση της Κύπρου ως μιας ομοσπονδιακής, διζωνικής, δικοινοτικής δημοκρατίας αποτε-λούμενης από δυο πολιτικώς ισότιμα συστατικά κράτη-μέλη με μια ενιαία διεθνή ταυτότητα.

2.  Να επιδείξουν κατά τη διάρκεια των συνομιλιών μεγαλύτερη προθυμία στη διαπραγμάτευση μεμονομένων δυσεπίλυτων ζητημάτων, όπως η προσφορά εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων υπηκοότητας σε περισσότερους μετανάστες από την Τουρκία με αντάλλαγμα περισσότερη ευελιξία από πλευράς Τουρκοκυπρίων στην προσέγγιση του ζητήματος των εγγυήσεων, και η προσφορά εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων περισσότερου εδάφους ως αντάλλαγμα στη μεγαλύτερη ευελιξία των Ελληνοκυπρίων αναφορικά με το ζήτημα της αποζημίωσης των περιουσιών.

3.  Να οικοδομήσουν μια κοινή στρατηγική δημοσίων σχέσεων, έτσι ώστε να εκφράζεται ξεκάθαρα και στις δυο πλευρές του νησιού η προσήλωση προς μια ολοκληρωμένη διευθέτηση και να παρουσιάζονται δημοσίως τα επιτεύγματα προς την κατεύθυνση αυτή.

4.  Να καταστήσουν ξεκάθαρο εντός των κοινοτήτων τους πως αυτή είναι σχεδόν αναμφίβολα η τελευταία ευκαιρία για πολλά ακόμη χρόνια προς την επίτευξη κάποιας συμφωνίας και πως η εναλλακτική είναι πολύ πιθανό να σημάνει μια απότομη καμπή προς τη διχοτόμηση του νησιού.

Προς τις κυβερνήσεις της Τουρκίας, της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου:

5.  Να συναντηθούν με τις δύο κυπριακές κοινότητες για να αναθεωρήσουν την τριμερή Συνθήκη Εγγυήσεως και Συμμαχίας του 1960 μέσω μιας νέας Συνθήκης Εφαρμογής και Ασφάλειας που θα μπορούσε να συμπεριλαμ-βάνει την επανενωμένη Κύπρο ως συμβαλλόμενο μέρος και να καθορίζει έναν διαβαθμισμένο πολυσυλλεκτικό τρόπο επίβλεψης της όποιας διευθέτησης, με συμμετοχή της ΕΕ, του ΟΗΕ και άλλων διεθνών παραγόντων.

6.  Η Τουρκία θα πρέπει να προωθήσει το διάλογο με τους Ελληνοκύπριους μέσα από δηλώσεις που θα συμβάλλουν στην οικοδόμηση της εμπι-στοσύνης, και στις οποίες οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να ανταποκριθούν θετικά. Η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί στην οργάνωση συναντήσεων που θα έχουν ως στόχο τη δημιουργία εμπιστοσύνης, φέρνοντας σε επαφή Τούρκους και Ελληνοκύπριους αξιωματούχους – μια διαδικασία στην οποία θα πρέπει να συμπεριληφθούν και Τουρκοκύπριοι εκπρόσω-ποι.

Προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ, της Ρωσίας και των ΗΠΑ:

7.  Να αναπτύξουν στρατηγικές για την άμεση αξιοποίηση οιασδήποτε σημαντικής εξέλιξης που θα προκύψει από τις συνομιλίες για το Κυπριακό προς το τέλος του 2009, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας προετοιμασίας για την πραγματοποίηση συνδιάσκεψης προς εξεύρεση χορηγών για την οικονομική ενίσχυση της συμφωνίας.

8.  Να συνδεθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό με τους Κύπριους ηγέτες ώστε να τους πείσουν για την ανάγκη μιας διευθέτησης και να δουλέψουν δημιουργικά για να αναθερμάνουν τον ενθουσιασμό για την πορεία σύγκλισης της Τουρκίας με την ΕΕ.

9.  Να εργαστούν ενεργά για να διασφαλίσουν την ανανέωση και τη συνέχιση πέραν του 2009 της οικονομικής ενίσχυσης των Τουρκοκυπρίων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

10.  Να εξετασθούν από την ΕΕ και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα καινούριοι τρόποι για το άνοιγμα των αγορών και των διαύλων επικοινωνίας με τους Τουρκοκυπρίους ως αντάλλαγμα στο άνοιγμα των αερολιμένων και των θαλάσσιων λιμένων εκ μέρους της Τουρκίας προς ελληνοκυπριακή χρήση, έτσι ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας των συνομιλιών και να μειωθούν οι επιπτώσεις της όποιας αποτυχίας.

Λευκωσία/ Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες, 30 Σεπτέμβριος 2009